1 Και έφτασαν στην άλλη πλευρά της θάλασσας, στη χώρα των Γερασηνών. 2 Και μόλις βγήκε από τη βάρκα, αμέσως τον συνάντησε από τα μνήματα ένας άνθρωπος με ακάθαρτο πνεύμα, 3 που κατοικούσε στα μνήματα· και κανείς δεν μπορούσε πια να τον δέσει, ούτε με αλυσίδα· 4 γιατί πολλές φορές τον είχαν δέσει με δεσμά και με αλυσίδες, αλλά εκείνος είχε σπάσει τις αλυσίδες και είχε θρυμματίσει τα δεσμά, και κανείς δεν είχε τη δύναμη να τον δαμάσει. 5 Και συνεχώς, νύχτα και μέρα, στα μνήματα και στα βουνά, φώναζε και χτυπούσε τον εαυτό του με πέτρες. 6 Και όταν είδε τον Ιησού από μακριά, έτρεξε και τον προσκύνησε· 7 και με δυνατή φωνή φώναξε και είπε: «Τι δουλειά έχω εγώ με σένα, Ιησού, Υιέ του Θεού του Υψίστου; Σε ορκίζω στον Θεό, μην με βασανίσεις».