37 Και ξαφνικά, μια γυναίκα που ήταν στην πόλη, αμαρτωλή· όταν έμαθε ότι εκείνος καθόταν στο τραπέζι στο σπίτι του Φαρισαίου, έφερε ένα αλάβαστρο δοχείο με μύρο, 38 και στεκόμενη πίσω, κοντά στα πόδια του, κλαίγοντας, άρχισε να βρέχει τα πόδια του με τα δάκρυά της, και τα σκούπιζε με τα μαλλιά της κεφαλής της, και φιλούσε τα πόδια του και τα άλειφε με το μύρο.