Ο John Stuart Mill (1806–1873) ήταν Άγγλος φιλόσοφος, οικονομολόγος, δημόσιος υπάλληλος και πρωτοπόρος φεμινιστής που συνέβαλε σημαντικά στον εμπειρισμό και στη φιλελεύθερη πολιτική φιλοσοφία. Ο Mill έδωσε νέο βάθος στον ωφελιμισμό, μια ηθική θεωρία που ανέπτυξε ο Jeremy Bentham. Στην ωφελιμιστική άποψη, οι πράξεις θεωρούνται δικαιολογημένες όταν παράγουν τη μεγαλύτερη δυνατή ευτυχία για τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων και μειώνουν το αντίθετό της (τον πόνο). Έτσι, το θεμελιώδες ηθικό αξίωμα των ωφελιμιστών είναι η Αρχή της Μέγιστης Ευτυχίας: κάνουμε πράξεις που ικανοποιούν τις επιθυμίες μας και παράγουν το μεγαλύτερο καλό. Ο Mill τονίζει ότι μια βιβλική εντολή — «Αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου» — αποτελεί το ιδανικό της ωφελιμιστικής ηθικής. Με στόχο τη βελτίωση της ανθρωπότητας, ο Mill πίστευε ότι αν προσπαθούσαμε να πλησιάσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο αυτό το ιδανικό, ο κόσμος θα γινόταν καλύτερος. Ο Mill παραδέχθηκε ότι, όπως και άλλες ηθικές αρχές, ο ωφελιμισμός δεν είναι μια τέλεια ηθική θεωρία, αλλά αυτό δεν οφείλεται στο σύστημα αλλά στην πολύπλοκη φύση των ανθρώπινων υποθέσεων.