Κι εκεί, μπροστά στα γεμάτα απορία μάτια μου, τι να δω,
παρά ένα μικροσκοπικό έλκηθρο και οχτώ μικρά ταράνδος,
με έναν γεροντάκο οδηγό, τόσο ζωηρό και γρήγορο,
που αμέσως κατάλαβα πως θα ήταν ο Άγιος Νικόλας.
Πιο γρήγορα κι από αετούς έτρεχαν τα άλογά του,
κι αυτός σφύριζε, φώναζε και τα καλούσε με το όνομά τους:
«Τώρα, Ντάσερ! Τώρα, Ντάνσερ! Τώρα, Πράνσερ και Βίξεν,
μπροστά, Κόμετ! Μπροστά, Κιούπιντ! Μπροστά, Ντόντερ και Μπλίτζεν!
Στην κορφή της βεράντας! Στην κορφή του τοίχου!
Τώρα πετάξτε! Πετάξτε! Πετάξτε όλοι!»
Και σαν τα ξερά φύλλα που πριν από άγρια θύελλα πετούν,
κι όταν βρουν εμπόδιο, υψώνονται ψηλά στον ουρανό·